Άνοιξα τα δάχτυλα και ξεχύθηκε,
σαν νερό γλίστρησε ανάμεσα,
ο χρόνος
Και τα μάτια μου έμειναν να τα κοιτούν,
σαν να ταν ξένα
Σαν άλλου να είχανε φυτρώσει στην θέση των δικών μου
Και ο χρόνος είχε πια χαθεί,
είχε γίνει ένα με τον αέρα
Και τα δάχτυλα γυμνά πια,
ακίνητα,
τον αναζητούσαν
Τους είχε κρατήσει συντροφιά και τώρα πια δεν ήξεραν τον λόγο ύπαρξης τους
Και τα μάτια μου έψαχναν να τους φωνάξουν,
μάταια
Να τους πουν να μην νιώθουν λύπη για ότι ήταν και έφυγε και ξανά δεν θα είναι
Ώσπου με μια ανάσα ένα ένα έκλεισαν,
μάζεψαν,
έγιναν ένα
Και δεν υπήρχε χώρος πια για θύμησες και όνειρα
Μόνο μια μικρή σχισμή στην μια άκρη,
μια τόση δα γραμμή
Απ' όπου τρύπωσε ένα όραμα
μικρό σαν ηλιαχτίδα
Και μετά άλλο ένα και ένα ακόμα
Και φούσκωσαν και γέμισαν τα δάχτυλα και έγιναν δύο μπάλες
Γεμάτες φως χρωματιστό
Αλλού χρυσό,
αλλού γαλάζιο,
αλλού πράσινο
Και τα μάτια γέλασαν γιατί κατάλαβαν
Αναμένουν αυτά που έρχονται
Αναμένω και εγώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου