τα δωμάτιο κρύωσε από όταν πρωτομπήκα.
το φως άλλαξε, έγινε πιο θαμπό και η καρέκλα που κάθισα μοιάζει βράχος.
ένα ζευγάρι μάτια απέναντι μου με κοιτούν εδώ και ώρα.
το βλέμμα τους είναι σαν κενό.
και όμως, σαν τα πρωτοαντίκρισα είδα μέσα τους μια καταιγίδα και την μανιασμένη θάλασσα.
αντίκρισα κύματα βουνά και σύννεφα μαύρα και αστραπές.
τώρα όμως είναι πλέον όλα σιγασμένα.
τα σύννεφα είναι ακόμα εκεί, βαριά και δυσοίωνα, μα η θάλασσα είναι σχεδόν ακίνητη.
τα φοβάμαι αυτά τα μάτια.
μου ξυπνάνε συναισθήματα που δεν θέλω να αναγνωρίσω.
δεν θέλω να τα ονομάσω, γιατί μόλις πάρουν όνομα, ίσως γίνουν θηλιές και με πνίξουν.